αποκτιέμαι


αποκτιέμαι
αποκτιέμαι, αποκτήθηκα, αποκτημένος βλ. πίν. 59 και πρβλ. αποκτώμαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκτώμαι — αποκτώμαι, αποκτήθηκα, αποκτημένος βλ. πίν. 61 και πρβλ. αποκτιέμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής